Κωνσταντίνος Μίχαλος: Πρόεδρος ΚΕΕΕ & ΕΒΕΑ

Το 2013 είναι το έκτο κατά σειρά έτος ύφεσης για την ελληνική οικονομία. Στη διάρκεια της τελευταίας τριετίας, δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να κλείσουν και η ανεργία αυξήθηκε κατά 164%. Σήμερα 400.000 οικογένειες δεν έχουν ούτε ένα εργαζόμενο μέλος και σε αυτές ζουν συνολικά 1,3 εκατομμύρια συνάνθρωποί μας.

Η συντριπτική πλειονότητα των μισθωτών και των συνταξιούχων είδαν το εισόδημά τους να μειώνεται δραματικά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι έννοιες της αλληλεγγύης και της προσφοράς στο συνάνθρωπο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Σε μια εποχή όπου το κράτος αδυνατεί να στηρίξει τους οικονομικά ασθενέστερους και όπου ένας μεγάλος αριθμός πολιτών δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και βασικές ανάγκες, όπως π.χ. στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, είναι απαραίτητη η ενεργοποίηση των αντανακλαστικών της ίδιας της κοινωνίας, με τη μορφή της συλλογικής δράσης και της εθελοντικής συνεισφοράς. Στον τομέα αυτό, έχουμε δει τα τελευταία δύο χρόνια άπειρα θετικά παραδείγματα εκ μέρους πολιτών και ομάδων, αλλά και μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων. Τόσο η Πολιτεία, όσο και όλοι μας ως πολίτες, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε αυτές τις προσπάθειες, να τις ενισχύσουμε και να τις στηρίξουμε με κάθε δυνατό τρόπο. Ωστόσο, η κοινωνική υπευθυνότητα των επιχειρήσεων μπορεί και οφείλει να υπερβαίνει τα στενά όρια της περιστασιακής χρηματοδότησης κοινωφελών σκοπών. Σαφέστατα η ανάγκη για στήριξη της κοινωνικής αλληλεγγύης είναι σήμερα τόσο επιτακτική, ώστε να θέτει σε απόλυτη προτεραιότητα δράσεις που υπηρετούν αυτό το στόχο. Όμως υπάρχουν πολλοί περισσότεροι – και ίσως αποτελεσματικότεροι μακροπρόθεσμα – τρόποι με τους οποίους μια επιχείρηση μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία. Η ενδυνάμωση των τοπικών οικονομιών, μέσα από την υλοποίηση επενδύσεων, την επιλογή τοπικών προμηθευτών, την εκπαίδευση τοπικών παραγωγών πρώτων υλών και την απασχόληση εργαζομένων από όμορες περιοχές, αποτελεί μια επένδυση που παράγει όφελος τόσο για τις ίδιες τις επιχειρήσεις όσο και για το κοινωνικό σύνολο. Εξίσου σημαντική είναι η συνεισφορά των επιχειρήσεων σε θέματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, μέσα από την υλοποίηση ειδικών δράσεων, την παροχή ευκαιριών πρακτικής εξάσκησης κτλ. Η στήριξη και η αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στην προσπάθεια τόσο για την ανάκαμψη της οικονομίας, όσο και για την αποκατάσταση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Βεβαίως, η εθελοντική δράση των επιχειρήσεων και γενικά των ιδιωτών, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις θεμελιώδεις λειτουργίες του κράτους. Όμως, η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, τόσο με την έννοια της άμεσης προσφοράς, όσο και μέσω των δράσεων που αναφέρονται παραπάνω, μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα για τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μεταξύ επιχειρήσεων και κοινωνίας. Το όφελος είναι αμοιβαίο, αφού μια υπεύθυνη και ευαισθητοποιημένη επιχείρηση αποκτά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μέσα από την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με τους εργαζόμενους, τους μετόχους, τους συνεργάτες
και τους πελάτες της. Σήμερα, κάθε σύγχρονη επιχείρηση έχει κίνητρο να επενδύσει στην Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη και να γίνει σύμμαχος στην προσπάθεια οικονομικής και
κοινωνικής ανάταξης της χώρας. Αντίστοιχα, όμως, και η ίδια η κοινωνία οφείλει να απομακρυνθεί από ξεπερασμένες αντιλήψεις και στερεότυπα, που ενοχοποιούν την ιδέα της επιχειρηματικότητας. Η υπεύθυνη συμπεριφορά και η προσφορά στο σύνολο δεν αποτελεί τρόπο «εξιλέωσης» των επιχειρήσεων για το γεγονός ότι στοχεύουν στην κερδοφορία. Αντίθετα, αποτελεί αναγνώριση μιας αναπόδραστης αλήθειας: ότι κοινωνία και επιχειρήσεις αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Και μόνο με συνένωση δυνάμεων και αμοιβαία καλή πίστη, θα μπορέσουν να οδηγηθούν μαζί, μια ώρα αρχύτερα, στην έξοδο από την κρίση.