Γιάννης Ιωαννίδης: “…Η νέα γενιά έχει ήδη αποκτήσει την κουλτούρα του εθελοντή…”

Κύριε Υπουργέ, ο αθλητισμός είναι κατ’ εξοχήν χώρος εθελοντισμού και κοινωνικής προσφοράς. Πώς τον αντιλαμβάνεστε σε προσωπικό επίπεδο από την εποχή που ήσασταν αθλητής, μετέπειτα προπονητής και σήμερα πολιτικός, και Υπουργός καθ’ ύλην αρμόδιος για τον αθλητισμό;
Ο εθελοντισμός είναι έννοια που συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την ανιδιοτελή προσφορά και βασίζεται στο ενδιαφέρον και στην αγάπη. Σαν Έλληνες, έχουμε έντονα ανεπτυγμένο το αίσθημα της συμμετοχής και της παροχής βοήθειας στον συνάνθρωπο. Σύμφωνα με ειδική μελέτη για τον εθελοντισμό που έχει πραγματοποιήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρά το ότι στη χώρα μας δεν παρατηρούνται τα υψηλά ποσοστά κοινωνικού εθελοντισμού που υπάρχουν
στην Ευρώπη (ακόμα και πάνω από το 40% του ενήλικου πληθυσμού), εν τούτοις ως λαός, έχουμε πολύ υψηλά ποσοστά προσφοράς στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, στους συγγενείς και στους γνωστούς, δεδομένου ότι στην κοινωνία μας είναι ακόμα «δεμένες» οι οικογένειες. Φυσικά είμαι υπέρ της εκδήλωσης εθελοντικής προσφοράς. Άλλωστε και προσωπικά πιστεύω ότι στη ζωή μου έχω ευνοηθεί από τις συγκυρίες και θεωρώ ότι οφείλω να το ανταποδίδω στην κοινωνία και αυτό προσπαθώ να πράττω με το δικό μου τρόπο. Πρόσφατα, συμμετείχα στην παρουσίαση ενός βιβλίου – αυτοβιογραφία του Νικ Βούισιτς, ενός ανθρώπου που γεννήθηκε χωρίς πόδια και χωρίς χέρια. Παρά τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει, έχει θέσει σκοπό της ζωής του να γυρίζει σε όλο τον κόσμο για να προσφέρει εμψυχώνοντας άλλους ανθρώπους με ανάλογα προβλήματα, που όμως δεν έχουν το σθένος το δικό του. Το παράδειγμα αυτό το θεωρώ το απόλυτο στην έννοια της
εθελοντικής προσφοράς. Βιώσαμε όλοι μας το 2004 μία έκρηξη εθελοντισμού και προσφοράς κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής, αλλά και πρωτύτερα της προετοιμασίας των
Ολυμπιακών Αγώνων. Αυτός ο εθελοντισμός χάθηκε μετά τους αγώνες.

Υπάρχει κάπου ένα ψήγμα του και αν όχι, έχετε σκεφθεί τρόπους για να επαναφέρετε αυτή τη διάθεση προσφοράς από μέρους των πολιτών;
Πραγματικά βιώσαμε μία έκρηξη εθελοντισμού εκείνα τα χρόνια. Περίπου 45.000 εθελοντές συμμετείχαν στην προετοιμασία και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας και ήταν ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην επιτυχία τους. Βέβαια, παρά την τεράστια τότε κινητοποίηση, το ποσοστό επί του ενήλικου πληθυσμού ανήλθε μόλις στο 0,5%, ενώ το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα στην πλειοψηφία των άλλων χωρών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν καταγραφεί πολύ μεγαλύτερα ποσοστά. Η υστέρηση δικαιολογείται εν μέρει από το ότι για πρώτη φορά στη χώρα μας έγινε επαγγελματική δουλειά με τους αθλητικούς εθελοντές. Δεν πιστεύω ότι έχει χαθεί αυτός ο εθελοντισμός και ένα στοιχείο, που ενισχύει την άποψή μου ότι ο αθλητικός εθελοντισμός τελεί εν εγρηγόρσει και όχι εν υπνώσει, είναι το ότι στους καταγεγραμμένους αθλητικούς εθελοντές στην Ελλάδα, ένα τεράστιο ποσοστό του 42% – μακράν το μεγαλύτερο στην Ευρώπη – είναι ηλικίας 16 -24 ετών. Αυτό σημαίνει ότι η νέα γενιά έχει ήδη αποκτήσει την κουλτούρα του εθελοντή, την έχει ενσωματώσει στον τρόπο ζωής και άθλησής της και έχει μπροστά της πολλές δεκαετίες και ευκαιρίες να την εξωτερικεύσει. Μετά τους Ολυμπιακούς του 2004 δεν υπήρξαν στη χώρα μας αθλητικά γεγονότα μείζονος σημασίας, με ανάλογο ενθουσιασμό, ώστε να εκδηλωθεί ξανά τέτοια προσφορά και, δεδομένου ότι, γενικά, ο χειρισμός των εθελοντών είναι ευαίσθητη υπόθεση και όχι εύκολη, αντιλαμβάνεστε, ότι δεν ενδείκνυται η συνεχής και χωρίς σοβαρό λόγο παρακίνηση του πληθυσμού για συμμετοχή.

Πιστεύετε ότι αυτή θα μπορούσε να είναι μια μορφή κοινωνικής προσφοράς, δηλαδή η δημιουργία των προϋποθέσεων για την επιστροφή στο πραγματικό θέαμα που διασκεδάζει τον κόσμο σε δύσκολες στιγμές;
Η δημιουργία και διασφάλιση των προϋποθέσεων για επιστροφή του κόσμου στα γήπεδα, για την οποία πασχίζουμε, αποτελεί βασική υποχρέωση της πολιτείας και ως εκ τούτου εκτιμώ ότι δεν εντάσσεται στις δράσεις επιπλέον κοινωνικής προσφοράς.

Ο θεσμός της χορηγίας και της κοινωνικής προσφοράς στον αθλητισμό υπάρχει από τα αρχαία χρόνια. Πιστεύετε ότι μπορεί σήμερα σε μια εποχή κρίσης να διευρυνθεί περαιτέρω ώστε να βοηθήσει εκεί που υπάρχει δυσκολία;
Γενικά, ο θεσμός της χορηγίας και της κοινωνικής προσφοράς είναι αποδεκτός, επιθυμητός και πιθανότατα απαραίτητος, εφόσον φυσικά διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί η μέχρι πρότινος ακολουθούμενη πολιτική του Ο.Π.Α.Π., με πραγματικά ορθολογική χρήση των χορηγιών που κράτησαν ζωντανό τον ελληνικό αθλητισμό για σειρά δεκαετιών. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το πρόγραμμα κοινωνικής προσφοράς του –
εταιρική κοινωνική ευθύνη είναι ο όρος που χρησιμοποιείται διεθνώς. Προσφορά η οποία μεταφράζεται κάθε χρόνο σε σημαντικά έργα και παρεμβάσεις, πέρα από τον αθλητισμό, στους τομείς του Πολιτισμού, της Παιδείας, της Υγείας και του Περιβάλλοντος, δηλαδή συνολικά υπέρ του κοινωνικού συνόλου, επιστρέφοντας σε αυτό ένα μέρος των πόρων που εισέπραξε από τη διάθεση των παιχνιδιών. Οπωσδήποτε σε μια εποχή γενικευμένης οικονομικής κρίσης είναι δύσκολο ακόμα και να διατηρηθούν οι υπάρχοντες χορηγοί πόσο μάλλον να εξευρεθούν νέοι, δεδομένου ότι συνήθως αναδεικνύονται χορηγοί εταιρείες με μεγάλα μεγέθη. Όμως η επιχειρηματικότητα γεννάει πολλές ιδέες και δεν αποκλείεται να
προβάλλουν και άλλοι χορηγοί με επιθυμία προσφοράς και βοήθειας. Βλέπουμε τον τελευταίο καιρό ομάδες και συλλόγους με ιστορία και αίγλη να βρίσκονται σε παρακμή κυρίως για οικονομικούς λόγους, παρά το γεγονός ότι η πολιτεία επανειλημμένως είχε σημαντικά βοηθήσει.

Ποιες είναι οι ενέργειες που πιστεύετε ότι πρέπει να γίνουν ώστε να μπει υγιές χρήμα στον αθλητισμό που θα βοηθήσει αθλητές και ομάδες και θα μετριάσει τις δυσλειτουργίες του παρελθόντος;
Η Πολιτεία, σε ότι αφορά τα επαγγελματικά πρωταθλήματα, έχει διαμορφώσει ένα θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου οποιοσδήποτε μπορεί να δραστηριοποιείται επιχειρηματικά. Κατά τα άλλα, ισχύει το αυτοδιοίκητο και οι διοικήσεις των ανωνύμων εταιρειών πρέπει, σε συνεργασία με την αντίστοιχη ομοσπονδία τους, να εξετάζουν τρόπους αύξησης των εσόδων τους, βελτίωσης της ρευστότητάς τους, ενίσχυσης του «brand name» τους, κ.τ.λ.