Μπένι Στάινμετζ, ο κροίσος με το πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Η δικαστική περιπέτεια και η δικαίωση του στην Ελλάδα

Είναι ένας από τους κροίσους που ξέρουν καλά να προφυλάσσουν την ιδιωτική τους ζωή και την οικογένειά τους, αφού κατά τη διάρκεια της 36χρονης επιχειρηματικής καριέρας του έχει μιλήσει ελάχιστες φορές στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, ενώ σπάνια εμφανίζεται δημοσίως.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Είναι αυτοδημιούργητος και έχει ασχοληθεί με ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει από εμπόριο διαμαντιών μέχρι εξόρυξη μετάλλων,.


Ο Μπένι Στάινμετζ θεωρείται ένας από τους πλουσιότερους Ισραηλινούς στον κόσμο και ένας από τους πλουσιότερους σε όλο τον πλανήτη, αφού η προσωπική του περιουσία ανέρχεται – σύμφωνα με το περιοδικό «Φορμπς» – σε 4,1 δισ. δολάρια, ενώ το Μπλούμπεργκ ανεβάζει το ποσό στα 7,4 δισ. δολάρια.

Παράλληλα με την διεθνή επιτυχή επιχειρηματική πορεία αναπτύσει μεγάλο φιλανθρωπικό έργο καθώς το ίδρυμα που φέρει το όνομα το δικό του και της γυναίκας του στο Ισραήλ στήριξε και στηρίζει από το 2006 , χιλιάδες μη προνομιούχα παιδιά και νέους. 

Ο Μπένι Στάινμετζ ,γεννήθηκε το 1956, στην πόλη Νετάνια του -νεοσύστατου ακόμη τότε- Ισραήλ.

Τη δεκαετία του 1970 και αφού υπηρέτησε για τρία χρόνια στον στρατό, ο Στάινμετζ μεταναστεύει από το Ισραήλ στο Βέλγιο, στη Μέκκα των διαμαντιών, την Αμβέρσα.

Δουλεύοντας δίπλα στον πατέρα του, Ρούμπιν Στάινμετζ στην επιχείρηση διαμαντιών, συνέβαλε, μέσω της επιχειρηματικής του οξυδέρκειας, στη μετατροπή της οικογενειακής επιχείρησης σε μια από τις πιο επιτυχημένες εταιρείες εμπορίας διαμαντιών στον κόσμο.

Οι νέοι άπειροι έμποροι διαμαντιών συνήθως περνούν 5-10 χρόνια εκπαίδευσης στα εργαστήρια. Δεν συνέβη το ίδιο με τον Στάινμετζ. Όπως λέει ο ίδιος «έμαθα μόνος μου, κάνοντας πολλά λάθη».

To 1988 αγοράζει το πρώτο και μεγαλύτερό του εργοστάσιο, στη Νότιο Αφρική. Εκεί θα έρθει σε επαφή με τον Νέλσον Μαντέλα, τον πιο εντυπωσιακό άνθρωπο  που έχει γνωρίσει-όπως θα ομολογήσει μετά από χρόνια.

Τα επόμενα χρόνια θα επεκτείνει τη δραστηριότητά του και σε άλλες χώρες της Αφρικής, όπως η Ανγκόλα και η Μποτσουάνα. 

«Όταν ήμουν σαράντα, ήθελα να ξεφύγω από την Αμβέρσα και τα διαμάντια. Διαφορετικά, θα έκανα το ίδιο πράγμα σε όλη μου τη ζωή». Το 1997, έφυγε από το Βέλγιο για να εγκατασταθεί στο Ισραήλ με τη Γαλλίδα σύζυγό του, Άγκνες και τα τέσσερα παιδιά τους.

Το ανήσυχο επιχειρηματικό του πνεύμα τον ώθησε να επεκτείνει τις δραστηριότητές του και σε άλλους κλάδους, όπως οι εξορύξεις (natural resources), τα ακίνητα (real estate) και οι αγορές κεφαλαίου (capital markets).

Αργά αλλά σταθερά, οι ικανότητες και η διορατικότητα του  Στάινμετζ διαμόρφωσαν έναν επιχειρηματικό όμιλο με δραστηριότητα σε περισσότερες από 25 χώρες.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας αυτού του αιώνα, η BSG Resources (BSGR) άμεσα, χωρίς τη συμμετοχή κανενός από τους κορυφαίους παράγοντες της παγκόσμιας εξορυκτικής βιομηχανίας, επένδυσε, λειτούργησε, αγόρασε και πούλησε πολυάριθμες, μεγάλης κλίμακας δραστηριότητες εξόρυξης και μετάλλων.

Οι στρατηγικές αυτές επενδύσεις οδηγούμενες από το ένστικτο του Μπένι Στάινμετζ, πλέον από το ρόλο του συμβούλου της BSGR, για την καλλιέργεια επιχειρηματικών συνεργασιών, καθόρισαν κάθε φορά το timing των κινήσεων που δημιουργεί υπεραξία για τον όμιλο.

Το 2000, η BSGR απέκτησε μερίδιο 20% στην εταιρεία σιδηρομεταλλεύματος Kumba και στον παραγωγό χάλυβα Iscor, στη Νότια Αφρική. Το 2003 η BSGR πούλησε το στρατηγικό της 20% στην Kumba στην Anglo American.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η BSGR εξαγόρασε την Bateman, μια εταιρεία που απασχολούσε εκείνη την εποχή περισσότερους από 3.000 υπαλλήλους και ειδικεύεται στο σχεδιασμό και την κατασκευή μεταλλευτικών και μεταλλουργικών έργων σε όλο τον κόσμο.

Από το 2002, στη Σιέρα Λεόνε, η BSGR ανέπτυξε τον όμιλο «Octea Diamond» με ναυαρχίδα το Koidu Diamond Mine, 1.700 μόνιμους υπαλλήλους και συμφωνία με την Tiffany & Co.

Μέσω της κοινοπραξίας Cunico, η BSGR κατείχε μια διεθνή εταιρεία εξόρυξης σιδηρονικελίου και μετάλλων, η οποία ήταν ο μεγαλύτερος κατασκευαστής σιδηρονικελίου στην Ευρώπη και ο τέταρτος μεγαλύτερος στον κόσμο, απασχολώντας 2.500 άτομα στις δραστηριότητές της.

Μέσω της θυγατρικής της, Arctic Resources, η BSGR κατείχε πλειοψηφικό ποσοστό στην Anglovaal Mining, έναν από τους πυλώνες της βιομηχανίας εξόρυξης της Νότιας Αφρικής. Το 2003, η BSGR πούλησε το μερίδιο της σε έναν κορυφαίο αφρικανικό όμιλο εξόρυξης.

Μεταξύ 2003 και 2007 η BSGR κατείχε το 13% της Danae Resources, μιας εισηγμένης αυστραλιανής εταιρείας που εστιάζει κυρίως σε έργα ανάπτυξης και εξερεύνησης χρυσού.

Η BSGR υπήρξε μικρομέτοχος στο Shore Gold, ένα καναδικό έργο εξόρυξης διαμαντιών.

Μεταξύ 2003 και 2011, ως μέρος κοινοπραξίας, η BSGR κατείχε ένα εργοστάσιο χάλυβα στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν.

Μεταξύ 2003 και 2009, η BSGR κατείχε και λειτουργούσε μέσω κοινοπραξίας, την Luanshya Copper Mines και την Chambishi Metals, που περιλάμβανε ένα μεγάλο χυτήριο κοβαλτίου και χαλκού στη Ζάμπια. Αυτές οι επιχειρήσεις απασχολούσαν συνολικά 6.000 άτομα και ήταν ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς κοβαλτίου στον κόσμο.

Το 2003, η BSGR επένδυσε στη βιομηχανία εξόρυξης χαλκού στο Κονγκό. Ίδρυσε τη Nikanor Plc η οποία το 2008 συγχωνεύθηκε με την Katanga Mining. Η Katanga Mining ελέγχεται πλέον από την Glencore και είναι ένα από τα μεγαλύτερα επεκτάσιμα έργα χαλκού στον κόσμο.

Παράλληλα, η επενδυτική δραστηριότητα του Μπένι Στάινμετζ στις παγκόσμιες αγορές ακινήτων έχει επεκταθεί σημαντικά και περιλαμβάνει συνεργασίες με μια σειρά κορυφαίων επενδυτών όπως ο Al Waleed bin Talal Al Saud, οι αδερφοί Safra, και παγκόσμιοι παίκτες ακινήτων όπως Deutsche Bank Real Estate, Apollo Global Management και Chelsfield. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της δραστηριότητας είναι η απόκτηση του Canary Wharf μαζί με τους Safra Brothers και η  εξαγορά πλειοψηφικού μεριδίου στη γερμανική αλυσίδα πολυκαταστημάτων Karstadt, συμπεριλαμβανομένου του προσοδοφόρου πολυκαταστήματος KaDeWe στο Βερολίνο, σε κοινοπραξία με τη Signa Holdings.

Η ζωή και οι φιλανθρωπικές δράσεις του Μπένι Στάινμετζ

Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των δραστηριοτήτων του, είναι το βαθύ θετικό αποτύπωμα που αφήνουν οι επιχειρήσεις του, τόσο στις κοινωνίες, όσο και στις οικονομίες που επένδυε.

Σε περιόδους που η βιωσιμότητα ήταν ακόμη άγνωστη έννοια, για τον Μπένι Στάινμετζ αποτελούσε την «πυξίδα» της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, γεγονός που του πρόσφερε διεθνή αναγνώριση και καταξίωση. 

Ο ίδιος δεν κρύβει την αγάπη του για την πατρίδα του, το Ισραήλ, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του, ως έναν «διεθνή Ισραηλινό».

Καθώς ο Στάινμετζ αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη αναγνώριση στο παγκόσμιο επιχειρηματικό στερέωμα, μέσω των στρατηγικών επενδύσεων που πραγματοποιούσε,  η περιουσία του αυξανόταν σημαντικά.  Όμως, σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που έχει δώσει στο παρελθόν, αναφέρει πως τα χρήματα δεν είναι αυτοσκοπός. Το πιο σημαντικό πράγμα στη  ζωή, όπως εξομολογείται ο ίδιος, είναι η οικογένεια.

Με την αγαπημένη του σύζυγο Άγκνες, γνωρίστηκαν όταν ακόμη ήταν έφηβοι. Αχώριστοι από τότε, απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Όμως η αγάπη τους για την οικογένεια δεν περιορίστηκε στα δικά τους παιδιά.     

Μαζί με την Άγκνες, ίδρυσαν το 2006 το Agnes and Beny Steinmetz Foundation, έναν από τους μεγαλύτερους και πιο δραστήριους φιλανθρωπικούς οργανισμούς στο Ισραήλ.

Το Agnes and Beny Steinmetz Foundation αναπτύσσει σημαντική δραστηριότητα σε τομείς όπως η Εκπαίδευση, ο Πολιτισμός και η Υγεία, έχοντας στο επίκεντρο μη προνομιούχα παιδιά και νέους. 

Μέχρι σήμερα έχει στηρίξει δεκάδες χιλιάδες παιδιά, νέους και οικογένειες διαφορετικών εθνικοτήτων και θρησκευμάτων, μέσω των προγραμμάτων και των υποτροφιών που παρέχει, αποτελώντας σημείο αναφοράς για τις ΜΚΟ του Ισραήλ.

Παράλληλα, ο Μπένι Στάινμετζ υλοποιεί σημαντικές δράσεις για την προώθηση του Πολιτισμού και της Τέχνης. Μέσω δωρεάς του, δημιουργήθηκε νέα πτέρυγα στο Μουσείο Τέχνης του Τελ Αβίβ, ένα από τα σημαντικότερα μουσεία σύγχρονης τέχνης διεθνώς, στο οποίο συμμετέχει ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. 

Τόσο ο Μπένι όσο και η Άγκνες Στάινμετζ Steinmetz κατέχουν επίτιμα διδακτορικά πτυχία από το Ακαδημαϊκό Κολλέγιο Netanya καθώς και από το Μουσείο Τέχνης του Τελ-Αβίβ.

H περιπέτεια και η Δικαίωση για τον Μπένι Στάινμετζ  από την ελληνική διακιοσύνη

Στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου έγινε γνωστή η είδηση πως ο επιχειρηματίας Μπένι Στάινμετζ παραμένει στην Ελλάδα, εξαιτίας μιας -ανακληθείσας από την Interpol- “ερυθράς αγγελίας διεθνών αναζητήσεων”.

Η “ερυθρά αγγελία” αρχικά εκδόθηκε από την Interpol μετά από αίτημα των ρουμανικών αρχών για την καταδίκη του Beny Steinmetz   -παρά την ομόφωνη πρωτόδικη αθώωσή του στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ρουμανίας – που αφορούσε σε υπόθεση φερόμενης απάτης σχετικά με εκτάσεις γης που κρατικοποιήθηκαν κατά την κομμουνιστική περίοδο.

Όμως, σημειώνουν, η Interpol στις 29 Οκτωβρίου όχι μόνο διέγραψε την αγγελία που είχε εκδώσει για τον Μπένυ Στάινμετζ από το διεθνές σύστημα συναγερμού, αλλά και συνόδευσε την απόφαση αυτή με πόρισμα κόλαφο σε βάρος της Ρουμανίας.

Στις 30 Μαρτίου, η ελληνική δικαιοσύνη ακυρώνει το αίτημα έκδοσης της Ρουμανίας κατά του Μπένι Στάινμετζ Πλέον δεν υπάρχει ο παραμικρός περιορισμός στη μετακίνησή στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.

Κομβικό ρόλο στη δικαίωση του Μπένι Στάινμετζ έπαιξε το πόρισμα της Επιτροπής Ελέγχου Φακέλων της Interpol (Commission for the Control of Files), σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως η δίωξη και η καταδίκη του Στάινμετζ στη Ρουμανία ήταν υποκινούμενες πολιτικά, καθώς και ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής του.

Η νομική νίκη του Μπένι Στάινμετζ όπως αναφέρουν άνθρωποι του περιβάλλοντος του, είναι μια απόδειξη του σεβασμού της Ελλάδας στο αξιακό και νομικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αρχές του κράτους δικαίου [και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων] έχουν επικρατήσει έναντι των παράνομων, αμφίβολων πρακτικών, τις οποίες δυστυχώς ακολουθεί η Ρουμανία.

Μετά από χρόνια κατάφορης αδικίας, η Vale αποσύρει τις κατηγορίες εναντίον του

Η δικαστική διαμάχη μεταξύ του Μπένι Στάινμετζ και του βραζιλιάνικου κολοσσού εξόρυξης μετάλλων, Vale, κατέρρευσε πριν από τα μισά της δίκης, διάρκειας 11 εβδομάδων, που διερευνούσε τους ισχυρισμούς της Vale για δωροδοκία.

Στις 14 Φεβρουαρίου 2022, η Vale απέσυρε όλες τις κατηγορίες της κατά του Μπένι Στάινμετζ κατά τη διάρκεια της δίκης στο Βρετανικό Ανώτατο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα ο δικαστής Άντριου Μπέκερ να απορρίψει τις κατηγορίες στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου.

Η Vale απέσυρε, επίσης, την παγκόσμια εντολή δέσμευσης κατά του Μπένι Στάινμετζ, μια κίνηση που υπερβαίνει μια απλή δικαίωση σχετικά με τις αβάσιμες κατηγορίες συνωμοσίας εναντίον του.

Πηγή: dikaiologitika.gr